Η ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ

Η ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ

Δημοσίευσηαπό efthimios » 27 Δεκ 2009, 23:19

Η ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ
ΤΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ

γράφει ο Ευθύμιος Αθ. Κουφογιάννης

«Όπου κι αν σας βρίσκει το κακό αδελφοί, όπου κι αν θολώνει ο νους σας, μνημο-νεύετε Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη». Μ’ αυτές τις λέξεις ο Οδυσσέας Ελύτης μας προ-τρέπει να μελετούμε και να θυμόμαστε τον Παπαδιαμάντη.
Γιατί ο κυρ-Αλέξανδρος των νεοελληνικών γραμμάτων δεν είναι μόνο ο συγγραφέας που γνωρίζουμε ότι έγραψε ωραία χριστουγεννιάτικα διηγήματα αλλά είναι και ερωτι-κός ποιητής, θρησκευτικός υμνογράφος και έξοχος ηθογράφος και ανατόμος της αν-θρώπινης ψυχής και κοινωνίας.
Τα τελευταία αυτά χαρακτηριστικά του και γενικότερα την κοινωνική διάσταση του έργου του, θα προσπαθήσει να παρουσιάσει ο ομιλών στην αποψινή εκδήλωση προς τιμήν του.
Αλλά ας δούμε πρώτα λίγα βιογραφικά του στοιχεία.
Γεννήθηκε στις 4 Μαρτίου του 1851 στη Σκιάθο. Ο πατέρας του, Αδαμάντιος Εμμανου-ήλ, ήταν ιερέας. Από τον παπα-Αδαμάντιο βγήκε και το επώνυμο «Παπαδιαμάντης».
Από το 1856 μέχρι το 1860, παρακολουθεί τις εγκύκλιες σπουδές στο δημοτικό σχολείο της Σκιάθου. Γράφεται στο σχολαρχείο απ’ όπου αποφοιτά τον Ιούλιο του 1866.
Το 1874, παίρνει το απολυτήριο γυμνασίου και γράφεται στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, παρακολουθεί κάποια μαθήματα αλλά δεν τελειώνει ποτέ τις σπουδές του.
Όταν τον ρώτησαν γιατί, αφού φοίτησε δύο χρόνια, δεν προσέρχεται στις εξετάσεις, α-πάντησε χαρακτηριστικά: «Και ποίος θα με εξετάση;».
Αντίθετα, ασχολείται με ζήλο με τις ξένες γλώσσες, μόνος του μαθαίνει γαλλικά, αγγλι-κά, ιταλικά, γεγονός σπάνιο για την εποχή. Έχει αρχίσει στο μεταξύ να γράφει, όπως λέει στην αυτοβιογραφία του, ήδη από το 1868: «επεχείρησα να γράψω μυθιστόρημα».

Παράλληλα διαβάζει ξένη λογοτεχνία και μεταφράζει μερικά από τα αριστουργήματά της. Είναι ο πρώτος που μεταφράζει Ντοστογέφσκι στην Ελλάδα.
Το έτος 1881 τα οικονομικά του προβλήματα είναι πολύ σοβαρά: «Με εξ χιλιάδας δραχ-μάς διετηρήθην εγώ εις Αθήνας επί δέκα έτη, πότε νηστικός και πότε χορτάτος. (Επιστολή προς τον πατέρα του Αδαμάντιο Εμμανουήλ).
Το 1882 τον βρίσκει μεταφραστή στην Εφημερίδα του Κορομηλά, με μισθό 100 φράγκα το μήνα. Συνεργάζεται, επίσης, με την εφημερίδα Ακρόπολη του Βλάση Γαβριηλίδη.
Τον Ιούνιο του 1890 επιστρέφει στη Σκιάθο και μένει μέχρι τον Οκτώβριο. Έρχεται και πάλι στην Αθήνα, δουλεύει στην Ακρόπολη. Κατά διαστήματα επισκέπτεται το νησί του (1894, 1895, 1897). Στην Αθήνα θα μείνει μέχρι το 1908.
Στις 13 Μαρτίου του 1908, τιμούν στον Παρνασσό τα 25χρονά του με φιλολογική ε-σπερίδα. Τον Απρίλιο φεύγει για τη Σκιάθο, για πάντα. Πεθαίνει στις 3 Ιανουαρίου 1911.
Η θέση του Παπαδιαμάντη στη νεοελληνική πεζογραφία είναι εξέχουσα.
Η λογοτεχνική ζωή της εποχής που εμφανίζεται ο Παπαδιαμάντης χαρακτηρίζεται, πρώτα πρώτα, από τη δυναμική εμφάνιση της Νέας Αθηναϊκής Σχολής. Πρόκειται για μια νέα γενιά ποιητών, με κυριότερο εκπρόσωπο τον Παλαμά, αλλά και άλλους σημαντικούς ποιητές, όπως ο Δροσίνης, ο Πολέμης, ο Καμπάς. Όπλο τους η δημοτική. Άλλωστε, το 1888, εγκαινιάζεται με το Ταξίδι μου του Γιάννη Ψυχάρη το κίνημα του δημοτικισμού.
Άλλο χαρακτηριστικό της εποχής είναι η εμφάνιση της ηθογραφίας από το 1880 την οποία διακρίνουμε σε δύο κατηγορίες:
Πρώτον, έχουμε την ηθογραφία με τον έντονο λαογραφικό χαρακτήρα και δεύτερον, εμφανίζεται η ρεαλιστική-νατουραλιστική πεζογραφία, που ασχολείται με τα ήθη των μικρών κοινωνιών της αγροτικής Ελλάδας, αλλά υπερβαίνει τις απλουστευτικές ή εξωραϊστικές ανα-παραστάσεις της και γενικότερα τις συμβάσεις του ρεαλισμού. Ο Παπαδιαμάντης, όπως και οι Βιζυηνός και Καρκαβίτσας, ανήκει στη δεύτερη κατηγορία.
Ο Παπαδιαμάντης γράφει έχοντας πλήρη γνώση των διεργασιών που συμβαίνουν στην Ελλάδα, αλλά και των εξελίξεων στη διεθνή λογοτεχνία.

Ας δούμε τι είπαν για τον Παπαδιαμάντη και το έργο του
Ο Σεφέρης είχε αποφανθεί:
«Ο Μακρυγιάννης είναι ο πιο σημαντικός πεζογράφος της νέας Ελληνικής Λογοτεχνίας, αν όχι ο πιο μεγάλος, γιατί έχουμε τον Παπαδιαμάντη».
(Δοκιμές, τόμ. 1ος, εκδόσεις Ίκαρος, 1992, σσ. 253-254.)
Ο Ιωάννης Θεοδωρακόπουλος γράφει: «Ο Παπαδιαμάντης είναι ένας αληθινός νέ-ος Έλληνας, δηλαδή ζει όλη τη ζωή που σχηματίζεται στην Ελλάδα από την απόκτη-ση της ελευθερίας και τη ζει άμεσα στην πηγή της, στο λαό…
Ο Παπαδιαμάντης είναι γενικά ο ζωγράφος του εσωτερικού βίου της ψυχής του λαού μας».
Ο Mario Vitti γράφει: «τα διηγήματα απηχούν τον πιο γνήσιο κόσμο του Παπαδιαμά-ντη ενώ, παράλληλα, στις διάφορες ψυχικές καταστάσεις που τα ορίζουν βρίσκει τις πιο πρό-σφορες συνθήκες για την εντελώς προσωπική του αφήγηση.
Το νησί του θα αποτελέσει το φυσικό πλαίσιο και οι συγχωριανοί του τις τυπικές υπάρ-ξεις μέσα από τις οποίες ο Παπαδιαμάντης θα εκφράσει την προσήλωσή του στον κόσμο της παράδοσης και της ορθοδοξίας, των ακατάλυτων, δηλαδή ελληνικών αξιών. Αντιστέκεται με αποφασιστικότητα στην εισβολή των ψεύτικων δυτικών τρόπων χωρίς να φοβάται μη τύχει και τον θεωρήσουν οπισθοδρομικό».
(Mariο Vitti, Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, εκδόσεις Οδυσσέας, 1978, σ. 263.)
Οι σύγχρονοί του υμνητές γενικά τον παρομοίαζαν με κορυφαίους εκπροσώπους της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας. Σε ένα δικό του κείμενο, «Απάντησις εις τον Ζ. της Εφημερίδος», διαβάζουμε: «Αλλ’ εγώ σοι λέγω, ότι δεν ομοιάζω ούτε με τον Πόε, ούτε με τον Δίκκενς, ού-τε με τον Σαίξπηρ, ούτε με τον Βερανζέ. Ομοιάζω με τον εαυτόν μου. Τούτο δεν αρκεί;».

Ποιο ήταν όμως το κοινωνικό, ιδεολογικό και πολιτικό περιβάλλον μέσα στο οποίο ανδρώθηκε λογοτεχνικά ο Παπαδιαμάντης;
Γεννιέται τριάντα μόλις χρόνια μετά την Επανάσταση του 1821. Στο εσωτερικό της χώ-ρας μεγάλες οικονομικές και κοινωνικές ανακατατάξεις συμβαίνουν, ενώ ο ξένος παράγο-ντας επιβάλλει λύσεις και στο πολιτειακό ζήτημα (Όθων), αλλά και στην οικονομία της χώ-ρας.
Στα χρόνια που ανδρώνεται και συνειδητοποιείται ο Παπαδιαμάντης, στον ελληνικό ορί-ζοντα προβάλλουν, με ένταση, το αγροτικό ζήτημα (στην ελληνική κοινωνία κυριαρχούν φε-ουδαρχικές και ημιφεουδαρχικές σχέσεις παραγωγής), το πρόβλημα των αλύτρωτων περιο-χών, ιδιαίτερα της Κρήτης, και οι φοιτητικές αναταραχές του 1873 για την υπεράσπιση του πανεπιστημιακού ασύλου και των φοιτητικών ελευθεριών.
Παράλληλα εντείνονται οι ιδεολογικές ζυμώσεις και εμφανίζονται αντιμοναρχικές τάσεις.
Ο πνευματικός κόσμος στρέφει τις προσδοκίες του προς τη Δύση και τις ιδέες που έρχο-νται από εκεί, ενώ στις δεκαετίες του 1880 και του 1890 γίνονται βήματα εκσυγχρονισμού και εκβιομηχάνισης, στηριγμένα στα δάνεια από το εξωτερικό.
Ο τύπος, περιοδικός και ημερήσιος, αναπτύσσεται και η διανόηση βρίσκει διέξοδο σε έ-ντυπα που δημιουργούν παράδοση: Ραμπαγάς του Κλ. Τριανταφύλλου, Μη χάνεσαι του Βλά-ση Γαβριηλίδη κ.ά.
Αναπτύσσεται το κίνημα του Δημοτικισμού απέναντι στον οποίο ο Παπαδιαμάντης τοποθετείται ως εξής: « Η γλώσσα η Ελληνική έπρεπε να βλέπει μακράν ως φάρον τη λαμπράν αίγλην της αρχαίας, χωρίς να έχει τέρμα τον φάρον αυτόν.
Το ζήτημα δεν είναι πως θα εμφορηθώμεν κατά κόρον από ξενισμούς αλλά πως να φέρωμεν αντίδρασιν, πως θα μετριάσωμεν την ανάγκη του ξενισμού. Ούτω, όπου ονομασίας καθαρώς νεωτερικάς δε δυνάμεθα ν’ αποφύγωμεν – οίον ονόματα, φράσεις, τρόπους εκφράσεων – οφείλομεν να τας υιοθετώμεν. Όπου υπάρχει όμως το αντίστοι-χον πολύ ευφωνότερον και κομψότερον εις την γλώσσαν μας, εκεί πρέπει το ελληνι-κόν να προτιμάται».
Επίσης, απέναντι στις μοντέρνες ιδέες των ημερών του θα προτάξει μια συλλογιστική που έχει το δικό της ορθολογισμό: «Το έθνος το ελληνικόν, το δούλον τουλάχιστον, είναι ακόμη πολύ οπίσω και το ελεύθερον δε δύναται να τρέξει αρκετά εμπρός.
Ο τρέχων πρέπει να περιμένει και τον επόμενον, ο ελεύθερος πρέπει να βοηθεί τον δεσμώτην. Όσον παρέρχεται ο χρόνος τόσο το ελεύθερο έθνος καθίσταται ανικα-νώτερον να δώσει χείρα βοηθείας εις το δούλον έθνος.
Άγγλος ή Γερμανός ή Γάλλος δύναται να είναι κοσμοπολίτης ή αναρχικός ή άθεος ή ό,τι δήποτε. Έκαμε το πατριωτικόν χρέος του, έκτισε μεγάλην πατρίδα. Τώρα είναι ελεύθερος να επαγγέλλεται, χάριν πολυτελείας, την απιστίαν και την απαισιοδοξίαν.
Αλλά Γραικύλος της σήμερον όστις θέλει να κάμη δημοσία τον άθεον ή τον κοσμοπολί-την, ομοιάζει με νάνον ανορθούμενον επ’ άκρων ονύχων και τανυόμενον να θάση εις ύψος και φανή και αυτός γίγας». («Λαμπριάτικος Ψάλτης»).
Όλα αυτά δε σημαίνουν ότι ο Παπαδιαμάντης είναι σοβινιστής και ξενοφοβικός. Ο ίδιος εξηγεί στο προοίμιο του «Λαμπριάτικου Ψάλτη»: Εν πρώτοις καλόν θα ήτο να διακρίνωμεν ό,τι είναι πράγματι ξενισμός απ’ ότι δύναται να είναι, εκ της φύσεως των πραγμάτων, κοινόν εις πάντα τα έθνη».
Άλλωστε δεν έπαψε να διαβάζει και να μεταφράζει Βύρωνα, Σαίξπηρ, Θερβάντες.
Μ’ άλλα λόγια, ο κυρ-Αλέξανδρος πιστεύει ότι το καλό δεν ανθεί μόνο στην Ελ-λάδα και το κακό στη Δύση και το αντίστροφο, όπως υποστηρίζουν στην πρώτη πε-ρίπτωση οι πατριδοκάπηλοι και στη δεύτερη οι γραικύλοι που πάσχουν από το σύν-δρομο κατωτερότητας απέναντι στη Δύση και αντιγράφουν άκριτα οτιδήποτε προέρχε-ται απ’ αυτήν.
Ο Παπαδιαμάντης λοιπόν αποδοκιμάζει τα ξενόφερτα ήθη και στρέφει το ενδια-φέρον του στην παραδοσιακή κοινωνία της υπαίθρου και κυρίως στη Σκιάθο και σε ο-ρισμένες γειτονιές της Αθήνας του 19ου αιώνα.
Τα θέματα των έργων του είναι παρμένα από τη ζωή των ταπεινών και καταφρο-νεμένων ανθρώπων: γέροι, γυναίκες και παιδιά βρίσκονται στο επίκεντρο της προσοχής του εξαιτίας της κοινωνικής περιθωριοποίησής τους.
Ο κυρ-Αλέξανδρος εξηγεί την επιλογή του: «Το επ’ εμοί, ενόσω ζω και αναπνέω και σωφρονώ, δεν θα παύσω πάντοτε, ιδίως δε κατά τας πανεκλάμπρους ταύτας ημέρας, να υμνώ μετά λατρείας τον Χριστόν μου, να περιγράφω μετ’ έρωτος την φύσιν και να ζωγραφώ μετά στοργής τα γνήσια Ελληνικά έθη».
Οι ήρωες του συγγραφέα, σύμφωνα με τα παραπάνω, διακρίνονται σε τρεις γενικές κατη-γορίες:
1) Σε όσους αναφέρονται στο «να υμνώ μετά λατρείας τον Χριστόν μου…» δηλαδή ε-κείνους που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο δούλευαν για το Θεό και τη θρησκεία, οι ιε-ρείς, οι ψάλτες, οι καλόγεροι.
2) Σε εκείνους που η δουλειά τους κι η ασχολία τους αναφέρονται στο «να περιγράψω μετ’ έρωτος την φύσιν», όλους αυτούς τους δουλευτές του βουνού και της θάλασσας, τους βοσκούς, τους κυνηγούς, τους καπετάνιους, τους λοστρόμους και
3) σ’ όλους εκείνους που εννοούνται στο «να ζωγραφώ μετά στοργής τα γνήσια ελληνι-κά ήθη», σε αυτούς δηλαδή που λίγο πολύ ασκούν ένα αστικό επάγγελμα στην κοι-νωνία όπου ο ίδιος ο συγγραφέας ζει και περιφέρεται και όπου ο καθένας από το πό-στο του και με τον τρόπο που κάνει τη δουλειά του, στοιχειοθετεί τα τεκταινόμενα της κοινωνικής ομάδας.
Αυτοί πάλι μπορούν να ταξινομηθούν στις ακόλουθες τρεις κατηγορίες:
Πρώτα είναι οι μικροεπιχειρηματίες που την ενασχόλησή τους και τις πολλαπλές υπη-ρεσίες τους θέτουν στη διάθεση των συνανθρώπων των. Καφετζήδες, κάπηλοι, αχθοφόροι, ασβεστάδες, φραγκοράφτες, «ελαιοτρίπται», φουρνάρηδες, μυλωνάδες, πολλοί και γνωστοί με τους οποίους ο Παπαδιαμάντης έχει ασχοληθεί με προσοχή και λεπτομέρεια.
Η Σκιάθος, επίσης, διαθέτει πολλούς κρατικούς λειτουργούς που ο συγγραφέας ανα-φέρει στα διηγήματά του: ο λιμενάρχης, ο υγειονόμος, ο νομίατρος, οι τακτικοί, ο τελώνης, ο ειρηνοδίκης, ο τηλεγραφητής, ο πάρεδρος, ο επιστάτης, ο παιδονόμος.
Η τρίτη κατηγορία των «αστικών» τούτων ηρώων περιλαμβάνει τη μαμή, την προξενή-τρα, τον πανδρολόγο, τον τοκογλύφο, τον τοκιστή».
Ειδικά τον παπαδιαμαντικό πληθυσμό της Σκιάθου θα μπορούσαμε να τον διακρί-νουμε στις εξής κατηγορίες:
Πρώτα είναι ο πληθυσμός της ξενιτιάς ή της περιπλάνησης, σε αντίθεση προς τον άλλο πληθυσμό, αυτόν που παραμένει στον κλειστό τόπο της Σκιάθου αλλά βιώνει την α-πουσία των εξορίστων, τελώντας είτε σε μια κατάσταση, υπομονής, αναμονής, προσδοκίας επιστροφής είτε σε μια κατάσταση λήθης και απελπισίας. Είναι οι απόντες σε αντίθεση προς τους παρόντες.
Μια άλλη κατηγορία είναι αυτή των πενήτων και των ναυτικών, που διάγουν το τέλος του βίου, γνωρίζοντας πως «δεν έχουν ποτέ τελειωμό τα πάθια και οι καημοί του κόσμου».
Είναι ακόμα, ο πληθυσμός των αρχόντων, μόνο που η διαφοροποίηση από τον πληθυσμό των πενήτων δεν είναι ορατή. Γιατί η απόλυτη ταξική διαφοροποίηση δεν υπάρχει εμφανής στον Παπαδιαμάντη.
Παραπλεύρως βρίσκονται οι φορείς της εξουσίας, που όμως δεν διαφοροποιούνται ριζι-κά από τον πληθυσμό των πενήτων, τον κοινωνικό περίγυρο, την κοινότητα ή τα κοινωνικά δρώμενα.
Επίσης, οι γυναίκες στον Παπαδιαμάντη είναι αυτές που κυριαρχούν και σφραγίζουν το έργο του.
Μαζί τους συνομιλεί, μαζί τους διαλέγεται. Μαζί τους αποκαλύπτει έναν ολόκληρο κό-σμο Ο κόσμος του Παπαδιαμάντη είναι ακατανόητος χωρίς αυτή την κυρίαρχη και δυναμική παρουσία της γυναίκας.
Πρώτες ξεχωρίζουν οι γραίες. Μαζί τους οι χήρες, τα ορφανά κοράσια. Όλες αυτές οι γυναίκες αναλαμβάνουν στο έργο του Παπαδιαμάντη το πάθος του κόσμου τούτου. Αυτές αναλαμβάνουν να διασώσουν, να συντηρήσουν και να διαφυλάξουν τη ζωή.
Οι γραίες στον Παπαδιαμάντη είναι μορφές του πάθους, του πένθους, της καρτερίας της χριστιανικής υπομονής. Η γραία τροφός κουβαλά τα πάθη του βίου. Αγιάζεται. Καθίσταται μορφή ιερή, μέσα στον πόνο και τις δοκιμασίες του κόσμου τούτου.
Είναι ακόμα η γυναίκα χήρα, που βιώνει το θάνατο, την ερημιά, τη μοναξιά, την οδύνη.
Μαζί με όλον αυτό τον πληθυσμό είναι η κόρη που αναμένει τον έρωτα, το γάμο, την ε-πιστροφή του αγαπημένου που λείπει, τον αδελφό. Είναι όλες οι κόρες που συμβιβάζονται στον έρωτα. Είναι ο γάμος χωρίς έρωτα.
Ο Παπαδιαμάντης παρόλο που ασχολείται με τα κοινωνικά δρώμενα δεν είναι κοινωνι-κός αλλά απόμακρος. «Κανένας άνθρωπος -λέει ο Σ. Μελάς στο άρθρο του «Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, ένα σκίτσο»- πνευματικός ή μη, στη νεότερη Ελλάδα, δεν έδειξε τόση περι-φρόνηση προς κάθε κοινωνική προαγωγή, κάθε διάκριση, κάθε αρριβισμό, όσο ο Παπαδια-μάντης. Ο εγωισμός του, αφιλοκερδής, ήταν η συναίσθηση της αξίας του.
Ο Παπαδιαμάντης λοιπόν, αποφεύγει τη ζωή, γίνεται απόκοσμος -το μαρτυρεί εξάλλου η πάντα λερή εμφάνισή του- και προσπαθεί την ηρεμία της ψυχής του να τη ζητήσει μέσα σ’ ένα κόσμο αγαθό, τον κόσμο των παιδικών του αναμνήσεων.
Ο Π. Νιρβάνας (σε κείμενό του, στο 15νθήμερο μυτιληναϊκό περιοδικό Χρυσαυγή, στις 15.10.1910 μεταξύ άλλων) περιγράφει τα μέρη όπου σύχναζε:
«Και έπειτα τον είδα ακόμη, τον είδα εις γωνίας σκοτεινάς ρυπαρών καφενείων, αριστο-κράτην ρακένδυτον, περιμένοντα με αγωνίαν το καλαμάρι και την πέναν, που του είχε αρπά-σει ο πρώτος τυχών από τους θαμώνας δια να γράψη μίαν χυδαίαν επιστολήν.
Παρόμοια, επιβεβαιώνει ο βιογράφος του I. Ζερβός:
Τα διηγήματά του έγραφεν όπου ετύχαινεν. Εις το καφενείον του Τσούτη της συνοικίας Ψυρρή εγράφησαν πολλά και άλλα εις το παντοπωλείον Καχριμάνη και άλλα εις τα δύο κα-πηλεία της Σκιάθου».
Το καφενείο, λοιπόν, το παραδοσιακό και το καπηλειό, το υπόγειο οινομαγειρείο με τους βρόμικους τοίχους και τα πρόχειρα τραπέζια, όπου ο φτωχόκοσμος πήγαινε να πιει και να φάει, υπήρξε ο χώρος που ο συγγραφέας συνέθετε τις διηγήσεις του.
Είναι οι χώροι που ο Παπαδιαμάντης απομονωνόταν για να εμπνευσθεί ενώ συγχρόνως ζούσε μέσα στα κέντρα του γίγνεσθαι της κοινωνίας της εποχής του. Από τα γραπτά του λοι-πόν, όρισε το καφενείο ή το καπηλειό, ως το μέρος που ο κόσμος πήγαινε να ψυχαγωγηθεί, να μαζευτεί, να κάνει τα αλισβερίσια του, να πάρει τις αποφάσεις του για την πολιτική, για τα προξενειά, για τα σπουδαία.
Ο Παπαδιαμάντης στα γραπτά του ασχολείται με όλα τα καίρια εθνικά, κοινωνικά, ατομι-κά, πνευματικά ζητήματα όπως: «Μετανάστευση, προίκα, τοκογλυφία, χαρτοπαιξία, ένδεια, στερήσεις, κρατική αναλγησία, πολιτική εξαθλίωση, μεγαλοϊδεατισμός, ξενομανία, ελλιπής παιδεία».
Η ματιά του είναι διεισδυτική, εντοπίζει τα κακώς κείμενα της κοινωνίας και πότε με σατιρική διάθεση, πότε με «ωμό» τρόπο λέει τα πράγματα με το όνομά τους.
Ομιλεί τη γλώσσα της αλήθειας με καυστικό τρόπο κερδίζοντας τον τίτλο του ανατό-μου της λαϊκής ψυχής.
Αυτό το πέτυχε όχι μόνο εξαιτίας του χαρισματικού του ταλέντου αλλά και της βαθιάς συναίσθησης ότι το μεταφυσικό και υπαρξιακό περιεχόμενο της τέχνης και του λό-γου οφείλουν να έχουν και να ασκούν, αβίαστα, έναν αποκαλυπτικό κοινωνικό ρόλο.
Ο κυρ – Αλέξανδρος χωρίς να είναι επαναστάτης, επαναστατεί όταν η κοινωνία γίνεται εχθρικός τόπος για τον άνθρωπο.
Στη Φόνισσα, για παράδειγμα, έχουμε να κάνουμε με μια ψυχή σε εξέγερση, μια α-νάγλυφη παρουσίαση των κοινωνικών και ηθικών δομών της Σκιαθίτικης αλλά και της Ελ-λαδικής κοινωνίας.
Ο Παπαδιαμάντης κατανοεί την περιθωριοποίηση και την εξαθλίωση της γυναικείας ύ-παρξης. Συναισθάνεται και συνειδητοποιεί την άνιση κατανομή των ρόλων σε βάρος των γυ-ναικών που είναι υποδουλωμένες στις πατριαρχικές και ανδροκρατικές αντιλήψεις.
H εξηντάχρονη γριά Χαδούλα Φραγκογιαννού-σύζυγος του Γιάννη Φράγκου- η η-ρωίδα του έργου του προσπαθεί να διορθώσει τη θέση της γυναίκας στον κοινωνικό χώρο με ανορθόδοξα μέσα, με το θάνατο: πνίγει τα μικρά κορίτσια για να μην υποφέρουν όταν μεγαλώσουν και γίνουν γυναίκες.
Γιατί η ίδια, όπως λέγει, αλλά και κάθε γυναίκα «ποτέ δεν είχε κάμει άλλο τίποτε ειμή να υπηρετή τους άλλους. Όταν υπανδρεύθη έγινε σκλάβα του συζύγου της, όταν απέ-κτησε τέκνα έγινε δούλα των τέκνων της, όταν τα τέκνα της απέκτησαν τέκνα, έγινε πά-λιν δουλεύτρια των εγγόνων της».
Συμφωνεί μ’ αυτή τη λύση ο Παπαδιαμάντης ή όχι;
Τη συμπάθειά του δεν την κρύβει αλλά απέχει πολύ από το να ταυτιστεί μαζί της. Αφήνει ελεύθερη την ηρωίδα να σκεφτεί και να πράξει και ο ίδιος παρακολουθεί την περιπέτεια αυτής της ελευθερίας.
«Ο σκοτισμένος νους παράγει ατομική ιδεολογία και η ιδεολογία σκοτίζει ακόμα περισσότερο το νου. Το σκοτάδι περιορίζει το οπτικό πεδίο, οδηγεί τον άνθρωπο στον αυτοεγκλεισμό του, γεννά το αυτονομημένο άτομο», όπως γράφει ο Άγγελος Μαντάς.
Ο νους της Φραγκογιαννούς «είχε αρχίσει να ψηλώνει, είχε παραλογίσει επιτέλους. Επόμενον ήτο, διότι είχεν εξαρθή εις ανώτερα ζητήματα».
Ποια είναι αυτά τα ανώτερα ζητήματα που απασχολούν το παπαδιαμαντικό έργο;
Η λύπη εξισώνεται με τη χαρά και η ζωή με το θάνατο. Δηλαδή απέναντι στο εγκόσμιο κακό τοποθετείται η λυτρωτική δύναμη του θανάτου. Η συμφιλίωση με το θάνατο δεν αίρει την πραγματικότητα της ζωής. Ο Παπαδιαμάντης υμνεί τη ζωή και τις αξίες της μ’ έναν πανηγυρικό τρόπο – ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της ελληνικής πα-ράδοσης.
Στη Φόνισσα, επίσης, καυτηριάζεται με κάθε τρόπο η ύπαρξη του κοινωνικού φαινομέ-νου της προίκας που τη γυναίκα τα χρόνια εκείνα την είχε καταντήσει αντικείμενο αγοραπω-λησίας και που η ύπαρξή της θα μπορούσε να οδηγήσει σε γάμο ενώ η ανυπαρξία της σε κοι-νωνική περιθωριοποίηση.
Ο Γιάννης Βλαχογιάννης σ’ ένα άρθρο του το 1938 στη Νέα Εστία με τίτλο «Έ-νας άγραφος γυναικείος νόμος και η Φόνισσα του Παπαδιαμάντη», φέρνει στο φως ένα παλαιό έγγραφο της δημογεροντίας Σκοπέλου με το οποίο ζητείται από το Υπουρ-γείο Δικαιοσύνης η κατάργηση του εθίμου της προίκας.
Στο έγγραφο αυτό περιέχονται φρικιαστικές λεπτομέρειες:
«Τα πολυειδή δυστυχήματα, πολιτικά και ηθικά, οίον απάνθρωπος μισοτεκνίαν των γονέων προς τα θηλυκά, τα οποία αισχύνεται η δημογεροντία να εκφράση…Αι μυστι-καί βρεφοκτονίαι των θηλυκών, αδιάλειπτοι έριδες και μίση των ανδρογύνων όταν γεννήσσωσι θηλυκά, όλα αποτελέσματα και καρποί της διαληφθείσης τοπικής ταύτης συνηθείας, είναι εύλογοι αφορμαί και ισχυροί λόγοι, οι οποίοι ηνάγκασαν τους δυστυ-χείς και αξίους ελέους δημότας της νήσου ν’ αποφασίσωσι την κατάργησιν αυτής».
Ο ίδιος ο Παπαδιαμάντης, με τρεις ανύπαντρες αδελφές έχει πικρή προσωπική πείρα. Η μοίρα του κοριτσιού που προέρχεται από φτωχή οικογένεια είναι προδιαγεγραμμένη και καταδικαστική για όλη του τη ζωή.
Αφού είναι βάρος για την οικογένεια θα την παντρέψουν με όποιον να ‘ ναι, κά-ποιον πνευματικά ή κοινωνικά καθυστερημένο που δεν θ’ απαιτήσει προίκα. Έτσι τα οικονομικά της νεοδημιούργητης οικογένειας δεν πρόκειται ποτέ να βελτιωθούν και η φτώχεια θα διαιωνίζεται.
Η κατάσταση θα επιδεινωθεί ακόμη περισσότερο αν γεννηθούν κορίτσια και καθό-λου αγόρια οπότε όταν φτάσουν σε ηλικία γάμου θα χρειαστούν προίκα.
«Πάσα πτωχή οικογένεια, πάσα μήτηρ χήρα, με δύο στρέμματα αγρούς, μ’ ένα πενιχρόν οικίσκον, ταλαιπωρουμένη, ξενοδουλεύουσα - είτε κολλήγισα άλλων ευπορωτέρων οικογε-νειών, εις τα κτήματα, εις τας συκάς και τας μορέας - συλλέγουσα φύλλα, παράγουσα ολίγην μέταξαν - ή τρέφουσα δύο ή τρεις αίγας ή αμνάδας - γινομένη κακή με όλους τους γείτονας, πληρώνουσα πρόστιμα δια μικράς ζημίας - φορολογουμένη ασπλάγχνως, τρώγουσα κρίθινον άρτον ποτισμένον με ιδρώτα αλμυρόν - ώφειλεν εξ άπαντος «ν’ αποκαταστήση», όλα τα θή-λεα ταύτα, και να δώση πέντε, έξ, ή επτά προίκας! Ω Θεέ μου!».
Εδώ να σημειωθεί ότι θα μπορούσαμε να διακρίνουμε μια αναλογία μεταξύ της Φόνισσας και της Μήδειας του Ευριπίδη, την ηρωίδα της ομώνυμης αρχαίας τραγωδίας, σχε-τικά με την κοινωνική θέση της γυναίκας.
Διαβάζω ένα μικρό απόσπασμα:
Απ’ όσα έχουν ψυχή και νου, γυναίκες,
το πιο δυστυχισμένο είμαστε πλάσμα•
Η πιο μεγάλη
εδώ 'ναι αγωνία•
καλός θα 'βγει; κακός;
Γιατί καμιά τιμή δε φέρνει
στη γυναίκα τον άντρα να χωρίσει
μηδέ να τον αφήσει.
Έπειτα πάλι
σε νέες συνήθειες μπαίνοντας και τρόπους,
το φέρσιμο του αντρός ανάγκη πάσα
να προμαντεύει.
Κι αν πάμε σ’ όλα τούτα
καλά και δε βαρυγκομάει εκείνος
για το ζυγό, χαρούμενη η ζωή μας•
ειδάλλως κάλλιο να χαθούμε.
(στίχ• 230-240, μετάφρ• Τ• Ρούσσου)

Η γυναίκα είναι ένα δυστυχισμένο πλάσμα και οπωσδήποτε σε μειονεκτική κοινω-νική θέση. Η συνέχεια είναι γνωστή: η Μήδεια σκοτώνει τα παιδιά της για ν’ απελευ-θερώσει τα καταπιεσμένα συναισθήματά της, για να εκδικηθεί τον έρωτά της.
Έτσι και η Φόνισσα πνίγει τα μικρά κορίτσια για να τα γλιτώσει από τα μαρτύ-ρια που τα περιμένουν όταν μεγαλώσουν και για να εξιλεώσει τη μοίρα της γυναίκας. Άλλωστε η ίδια στους μονολόγους της μιλάει τρυφερά και με βαθύ συναισθηματισμό για τα υποψήφια θύματά της «κοριτσούδια».
Η Φραγκογιαννού αφανίζει το φύλο της παρόλο που τρέφει μεγάλη αγάπη γι’ αυ-τό, εκδικούμενη τους άνδρες και την κοινωνία που περιθωριοποιεί τις γυναίκες.
Μ’ αυτό το έργο του, επιπλέον, ο Παπαδιαμάντης αποδοκιμάζει την εξουσία που, κατά τη γνώμη του, καταδυναστεύει τον απλό και φτωχό λαό: «την πλιατσικολογίαν διεδέχθη η φορολογία, και έκτοτε όλος ο περιούσιος λαός εξακολουθεί να δουλεύει δια την μεγάλην κεντρικήν γαστέρα, την ουκ έχουσαν ώτα».
Ίσως και γι’ αυτό, στο τέλος, προτιμά να μην παραδώσει την Φόνισσα στα χέρια της ανθρώπινης δικαιοσύνης, στους χωροφύλακες που την καταδιώκουν επί πολλές μέ-ρες για να τη συλλάβουν. Επιλέγει τον πνιγμό της στη θάλασσα λέγοντας χαρακτηρι-στικά: «Η γραία Χαδούλα εύρε τον θάνατον μεταξύ της θείας και της ανθρώπινης δι-καιοσύνης».
Την κοινωνική διάσταση του έργου του Παπαδιαμάντη την ολοκληρώνουν οι απόψεις του για το αγροτικό κίνημα της Θεσσαλίας.
Το 1908, μετά τη δολοφονία του Μαρίνου Αντύπα ένας δάσκαλος απ’ το χωριό Κοσκινά της Καρδίτσας, ο Αθανάσιος Αγγελούσης έπεισε τους Κοσκινιώτες να φτιάξουν έναν εσω-τερικό κανονισμό λειτουργίας της κοινότητας. Και το Καταστατικό της «Ένωσης πληρεξου-σίων κατοίκων Κοσκινά» το πήγε να το δείξει στον Παπαδιαμάντη που είχε αποσυρθεί στη Σκιάθο τα τελευταία δύο χρόνια της ζωής του.
Ο Παπαδιαμάντης έγραψε στο εξώφυλλο του Καταστατικού:
«Το βιβλιάριον τούτο, το περιέχον το καταστατικόν της νεωστί αποκαταστάσης Κοινότη-τος του μικρού χωρίου Κοσκινά της Καρδίτσης, μοι φαίνεται ως μια αίγλη φωτός, έν φαεινόν βήμα, έν εύηχον κήρυγμα προόδου ευημερίας και αλληλεγγύης μεταξύ των ανθρώπων.
Η αλλαγή εξουσίας και κυβερνήσεως και η φυσική εντεύθεν ανωμαλία, η ζύμωσις η εκ του κομματισμού προερχομένη, η ανεπάρκεια και αφροντισία των ελληνικών κυβερνήσεων, των λόγω μεν επαγγελλομένων εκάστοτε την λεγομένην αποκέντρωσιν, πράγματι δε εξα-σκουσών την συγκέντρωσιν μέχρι αποπνιγμού, υπήρξεν αφορμή όπως μη διοικήται καλώς το χωρίον και φθίνει η Κοινότης.
Χάρις τω Θεώ, ανέτειλεν επ’ εσχάτων η ευεργέτις πρωτοβουλία νεαρών ευπαιδεύτων αν-δρών, τέκνων του αυτού χωρίου, εις το πνεύμα των οποίων επήλθε φωτισμός και ευβουλία προς άρσιν των κακών τούτων, και το ανά χείρας βιβλιάριον δύναται να χρησιμεύσει ως υπό-δειγμα πώς πρέπει να διευθύνονται εκασταχού αι κοινοτικαί περιουσίαι.
Οι γεωργικοί πληθυσμοί της Θεσσαλίας και της Ελλάδος, οίτινες αποτελούσι την βάσιν της κοινωνίας και πρέπει να σεμνύνονται δι’ αυτό, ας λάβωσι διδάγματα και ας καρπωθώσι ωφελήματα εκ του διαυγούς αυτού καταστατικού, του περιποιούντος τιμήν εις εκείνους οίτι-νες το υιοθέτησαν και το κατήρτισαν και, συν θεώ αρωγώ, «τάχ’ αύριον έσεται άμεινον». Το μέλλον αναγκαίως θα είναι καλύτερον του παρελθόντος».
Από το κείμενο αυτό φαίνονται ξεκάθαρα οι απόψεις του Παπαδιαμάντη για την Αυτοδιοίκηση και τον σπουδαίο ρόλο που μπορεί να διαδραματίσει η Κοινότητα στην πρόοδο και την ευημερία της υπαίθρου ως κύτταρο της δημοκρατίας.

Κυρίες και Κύριοι,
Ως επίλογο της αποψινής βραδιάς, ας ακούσουμε το ποίημα του Νίκου Καρούζου για τον Παπαδιαμάντη:

Ο ΑΚΕΡΑΙΟΣ ΚΥΡ-ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ
Θαμνώδη ρήματα και φύλλα καταπράσινα της γλώσσας.
Μεγάλος άνθρωπος και ανέσπερος Έλληνας που κράτησε
τον πόνο στο σωστό του ύψος,
αγνοώντας τον αιώνα της καλπάζουσας εξυπνάδας.
Ήδη τα θύματα της προόδου που πρόωρα σκουριάζει,
πάνε στην πατρίδα του τη Σκιάθο
κι αγοράζουν, ελπίζοντας, οικόπεδα
Πάνε για λίγο αεράκι, λίγη θάλασσα και φρέσκο φεγγάρι.
Μα είναι αδύνατο να κοροϊδέψουμε τη ρημαγμένη φύση
με ξυπόλητα Σαββατοκύριακα και τροχόσπιτα.
Ο ακέραιος κυρ-Αλέξανδρος,
Εκείνος ο περιούσιος Παπαδιαμάντης
και το κεράκι μας ακόμη δεν το θέλει.
efthimios
Μέλος
 
Δημοσιεύσεις: 29
Εγγραφή: 01 Δεκ 2009, 23:08
Επώνυμο: Κουφογιάννης
Όνομα: Ευθύμιος
Διεύθυνση κατοικίας: Στεφάνοβικ17 Τρίκαλα
Τηλέφωνο: 2431075063
Σχολείο: Λύκειο Οιχαλίας
Ιστοσελίδα: www.koufogiannis.freeservers.com

Επιστροφή στο Λογοτεχνία